θυρεός

θῠρεός, , ([etym.] θύρα)
A stone put against a door to keep it shut, Od.9.240, 313.
II oblong shield (shaped like a door), PSI4.428.36 (iii B.C.), Inscr. ap. Plu.Pyrrh.26, Callix.2; hence, of the Roman scutum (opp. ἀσπίς,= clipeus), Plb.2.30.3, 6.23.2, D.H.4.16, cf.Ep.Eph.6.16, Apollod. Poliorc.163.2, Arr.Tact.3.2, etc.
III disk forming part of καθετήρ, IG11(2).287 B68 (Delos, iii B.C.).
IV Math., oval, Procl.in Euc.1 Deff.3,8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυρεός — stone put against a door masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεός — Κληρονομικό διακριτικό σύμβολο, το συμβολικό νόημα του οποίου αναφέρεται στην ιστορική παράδοση του κατόχου του. Οι θ. ήταν κρατικοί ή τοπικοί, δηλαδή αντιπροσώπευαν πόλεις, νομούς, επαρχίες ή κράτη, και συχνά, κυρίως στον Μεσαίωνα,… …   Dictionary of Greek

  • θυρεός — ο 1. πέτρα με την οποία έκλειναν την πόρτα οι αρχαίοι. 2. το κύριο μέρος οικόσημου ή εθνικού εμβλήματος: Ο θυρεός της Ελληνικής Δημοκρατίας έχει το σχήμα της ελληνικής σημαίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θυρεοῖο — θυρεός stone put against a door masc gen sg (epic) θυρεόω cover with a shield pres opt mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεοῖς — θυρεός stone put against a door masc dat pl θυρεόω cover with a shield pres opt act 2nd sg θυρεόω cover with a shield pres subj act 2nd sg θυρεόω cover with a shield pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεοί — θυρεός stone put against a door masc nom/voc pl θυρεόω cover with a shield pres subj mp 2nd sg θυρεόω cover with a shield pres ind mp 2nd sg θυρεόω cover with a shield pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεοῦ — θυρεός stone put against a door masc gen sg θυρεόω cover with a shield pres imperat mp 2nd sg θυρεόω cover with a shield imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεούς — θυρεός stone put against a door masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεέ — θυρεός stone put against a door masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεῶν — θυρεός stone put against a door masc gen pl θυρεόω cover with a shield pres part act masc voc sg (doric aeolic) θυρεόω cover with a shield pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) θυρεόω cover with a shield pres part act masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρεῷ — θυρεός stone put against a door masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.